γεράνδρυον


γεράνδρυον
γεράν-δρυον, (1) ein alter Baum, Stamm. (2) übertr., alter Mensch, alter Knast

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γεράνδρυον — γεράνδρυον, το (Α) γέρικο δέντρο, κορμός ή κούτσουρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Σχηματισμός κατά τον τύπο τού μελάν δρυον] …   Dictionary of Greek

  • γεράνδρυον — an old tree neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανδρύοις — γεράνδρυον an old tree neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανδρύου — γεράνδρυον an old tree neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανδρύων — γεράνδρυον an old tree neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεράνδρυα — γεράνδρυον an old tree neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • GERANDRYON — locus olim oraculo celebris, apud Clementem Alex. Protreptico ad Gentes, Γεράνδρυον δε ψάμμοις ἐρήματοις τε τιμημεν´ον καὶ τὸ ἀυτόθι μαντεῖον, ἀυτῇς δρυϊ μεμαραϚμένον, μύθοις γεγηρακότη καταλείψατε. Gerandryon autem arenis desertis honoratum, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • οπωρώνης — ὀπωρώνης, ὁ (Α) 1. αγοραστής και πωλητής φρούτων («σῡκα καὶ βότρυς καὶ ἐλαίας συλλέγων ὥσπερ ὀπωρώνης ἐκ τῶν ἀλλοτρίων χωρίων», Δημοσθ.) 2. μτφ. αυτός που δρέπει τις απολαύσεις τού σώματος («δίδου τοῑς σοῑς ὀπωρώναις τὴν ὥραν τρυγᾱν μετ ὀλίγον… …   Dictionary of Greek

  • πρόχνυ — Α επίρρ. 1. ολοσχερώς, εξ ολοκλήρου («ὡς ὤφελλ Ἑλένης ἀπὸ φῡλον ὀλέσθαι πρόχνυ», Ομ. Οδ.) 2. γονατιστά, με τα γόνατα («πρόχνυ καθεζομένη», Ομ. Ιλ.) 3. πάρα πολύ («στύπος ἀμπέλου... πρόχνυ γεράνδρυον», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. πρόχνυ είναι …   Dictionary of Greek

  • deru-, dō̆ ru-, dr(e)u-, drou-; dreu̯ǝ- : drū- —     deru , dō̆ ru , dr(e)u , drou ; dreu̯ǝ : drū     English meaning: tree     Deutsche Übersetzung: “Baum”, probably originally and actually “Eiche”     Note: see to the precise definition Osthoff Par. I 169 f., Hoops Waldb. 117 f.; in addition… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.